Βοημός


Βοημός
ο κάτοικος της Βοημίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ούσιος, Ιωάννης — Βοημός θρησκευτικός μεταρρυθμιστής. Βλ. λ. Χους, Γιαν …   Dictionary of Greek

  • Ντβόρζακ, Αντονίν — (Antonin Dvorak, Νεχαλόζεβες, Πράγα 1841 – Πράγα 1904). Βοημός συνθέτης. Από φτωχούς γονείς –ο πατέρας του ήταν ο χασάπης του χωριού– ο Ν. από μικρό παιδί έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική ακούγοντας και συχνά ακολουθώντας στα μικρά τους ταξίδια… …   Dictionary of Greek

  • Μποέμιος — και Μποέμος, ὁ (Μ) ο κάτοικος τής Βοημίας, Βοημός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. Boemo, κατά τα εθν. σε ιος] …   Dictionary of Greek

  • Βάλενσταϊν, Άλμπρεχτ Βέντσελ Εουσέμπιους φον- — (Albrecht Wenzel Eusebius von Wallenstein, Χερμάνιτς, Βοημία 1583 – Χεπ 1634). Βοημός στρατηγός. Μεγάλος στρατιωτικός ηγέτης και φιλόδοξος χαρακτήρας, έγινε πάμπλουτος χάρη σε έναν γάμο με μια πλούσια χήρα και σε πολλές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Θεοδώριχος — I (Thierry). Όνομα βασιλιάδων των Φράγκων. 1. Θ. Α’ ή Παλαιός (486 – 534). Βασιλιάς της Ρενς (511 534). Ήταν νόθος γιος του Κλόβη (Χλοδοβίκου). Αγωνίστηκε στο πλευρό του πατέρα του, υποτάσσοντας το Αλμπιζουά, τη Poνέργκ και την Οβέρν. Ήταν… …   Dictionary of Greek

  • Ιερώνυμος ο εκ Πράγας — (1374 – 1416). Βοημός θεολόγος. Σπούδασε στην Κολονία, στη Χαϊδελβέργη, στο Παρίσι και στην Οξφόρδη. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αγγλία ήρθε σε επαφή με τη διδασκαλία του Άγγλου μεταρρυθμιστή Βίκλεφ και έγινε φανατικός οπαδός του. Όταν… …   Dictionary of Greek

  • Μάλερ, Γκούσταφ — (Gustav Mahler, Κάλιστς Βοημίας 1860 – Βιέννη 1911). Αυστριακός συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας. Οι γονείς του, οι οποίοι είχαν άλλα δέκα παιδιά, ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν εστιάτορας περιορισμένης μόρφωσης, ενώ η μητέρα του… …   Dictionary of Greek

  • Φίμπιχ, Ζντένεκ — (Fibich, Φσεμπόριτσε 1850 – Πράγα 1900). Βοημός συνθέτης. Ήταν ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος για την αναγέννηση της βοημικής εθνικής μουσικής. Τα χαρακτηριστικά ωστόσο μιας εθνικής μουσικής, που ονειρεύονταν ο Ντβόρζακ και ο Σμέτανα (του… …   Dictionary of Greek

  • Χέλτσιτσκι, Πετρ — (Chelcicky, Τσέλτσιτσε; γύρω στα 1390 – γύρω στα 1460). Βοημός φιλόσοφος. Φίλος της μοναξιάς και ασκητικός, σε μια εποχή αναστατώσεων και φανατικών παθών, εκφράζει στα πολυάριθμα έργα του, τις βαθύτερες τάσεις της εποχής του, αναλύοντας μια… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.